top of page
Αναζήτηση

ΚΕΙΜΕΝΟΝ 8 - ΠΕΡΙ ΘΕΙΩΝ ΔΟΓΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

  • Εικόνα συγγραφέα: vlaxosalexandros20
    vlaxosalexandros20
  • 2 Μαρ 2022
  • διαβάστηκε 12 λεπτά

Έγινε ενημέρωση: 9 Μαρ 2022


1


Ιησού γλυκύτατε Χριστέ, Ιησού μακρόθυμε τα της ψυχής μου θεράπευσον τραύματα Ιησού και γλύκανον την καρδίαν μου πολυέλεε δέομαι Ιησού Σωτήρ μου ίνα μεγαλήνωσε σωζόμενος.


Το δόγμα της Αγίας Τριάδος δεν διδάσκεται υπό της Παλαιάς Διαθήκης αλλά απλώς υποβόσκει εν αυτή. Εάν χρησιμοποιούμε χωρία της Παλαιάς Διαθήκης υπεμφαίνοντα και υποδηλούντα το Τρισυπόστατον της Θεότητας, τούτο στηρίζεται επί της Καινής Διαθήκης. Η Καινή Διαθήκη μας οδηγεί εις την έβρεσιν των δηλωτικών τούτων χωρίων δοθέντος ότι η τελειότις της Θείας Αποκαλύψεως επραγματοποιήθη εν τη Καινή Διαθήκη. Προπαρασκευήν δε και προάγγελον της Καινής Διαθήκης αποτελεί η Π. Διαθήκη. Αι ενδείξεις και οι υπαινιγμοί περί της μαρτυρίας του Τριαδικού δόγματος εν τη Παλαιά Διαθήκη είναι χωρία όπου παρίσταται ο Θεός ομιλών εις πληθυντικόν πρόσωπο ως και το πλήθος των Θείων ονομάτων και η εκφορά του Θείου ονόματος εις πληθυντικόν αριθμόν, αφετέρου δε το γεγονός καθ’ ο η Θεία σοφία λαμβάνει αυτοτελή υπόστασιν επίσης και υπό μορφή Αγγέλων ως αντιπροσώπων του Θεού, Θεοφανίαι.


Τα εκφράζοντα σκιωδώς το Τρισυπόστατον της Θεότητος χωρία είναι <<ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέρα και καθ’ ομοίωσιν>> (Γεν. 1-26), <<Ιδού Αδάμ γέγονεν ως εις εξ ημών του γινώσκειν καλόν και πονηρόν>> (Γεν. 3-22), <<Άγιος Άγιος Άγιος Κύριος Σαβαώθ πλήρης πάσα η γη της δόξης αυτού>> (Ησαΐου 6-3).Το γεγονός ότι ο Θεός κατονομάζει δει πλήθος ονομάτων ως είναι Ελωίμ, Αδωνάι, Σαβαώθ, Ιεχωβά, Σαδαΐ, Ελιών, Καδόι και άλλα πολλά ως και η εκφορά του Θείου ονόματος εις πληθυντικόν (η κατάληξις ιμ εν τη Εβραική γλώσσα είναι πληθυντική κατάληξις).


Η εν τοις δημιουργήμασι του Θεού εκδηλούμενη Θεία σοφία επροσωποποιήθη εν τη Παλαιά Διαθήκη τούτο δε εθεωρήθη ως μαρτυρούν το πολυπρόσωπον εν τη θεότητι. Στη Σοφία Σολομώντος 6-12-20 λέγεται <<λαμπρά και αμάραντος εστίν η σοφία επιθυμία άρα σοφίας ανάγει επι βασιλείαν>>. Επίσης εν τη αυτή έννοια η σοφία του Θεού προσωποποιείται εν Σοφία Σειράχ. 1-1-10 <<Πάσα σοφία παρά Κυρίου πρότερα πάντων εκτίστη σοφία Κύριος αυτός έκτισεν αυτήν. Ωσαύτος περί της σοφίας του Θεού ως προσωπικότητος αυτοσυνειδήτου και παρά τω Θεώ παρισταμένης και εις το έργον της Δημιουργίας. Συμμετεχούσης μαρτυρούν τα 9 πρώτα κεφάλαια των Παροιμιών του Σολόμωντος. Περί της εις τον Αβραάμ Θεοφανείας μαρτυρεί το χωρίον Γεν. 18,1 εξ <<Ώφθη δε ούτω ο Θεός προς τη δρυϊ τη Μεμβρή αναβλέψας δε τους οφθαλμούς αυτού είδε και ιδού τρείς άντρες είστηκεισαν επάνω αυτού>>.


2


Τα χωρία ταύτα ως και πολλά άλλα αναφερόμενα εις την προσωποποίησιν του Θεού Λόγου και του Αγίου Πνεύματος μαρτυρούν την σκιωδώς εις την Παλαιά Διαθήκην εμπεριεχόμενην περί της Τριαδικότητος του Θεού διδασκαλίαν. Εάν όμως το δόγμα της Αγίας Τριάδος δεν διετυπώθη σαφώς και εκπεφρασμένως εν τη Παλαιά Διαθήκη και η Καινή Διαθήκη μαρτυρεί περίλαμπρος περί τούτου. Εν τη Κ. Διαθήκη διδάσκονται τόσον ο εις Θεός, όσον και η Τριαδικότητα αυτού. Χωρία που μαρτυρούν περί του ενός Τριαδικού Θεού είναι Λουκά 1-35 <<Πνεύμα άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμη Υψίστου επισκιάσει σοι δυο και το γενόμενον άγιον κληθήσεται υιός Θεού Ματθ. 3-13-17 <<Και ιδού ηνεώχθησαν οι ουρανοί και είδεν πνεύμα Θεού καταβαίνον ώσει περιστέραν ερχόμενον επ’ αυτόν και ιδού φωνή εκ των ουρανών λέγουσα ούτος εστίν ο υιός μου ο αγαπητός εν ω ευδόκησα>>.


Ομοίως το χωρίον Ματθ. 28-19 <<πορευθέντες ουν μαθητεύσατε πάντα τα έθνη βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Β’ Κορινθ. <<Η χάρις του Κυρίου Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος με τα πάντων ημών>>. Το χωρίον επίσης Α’ Πέτρου 1-2 <<Κατά πρόγνωσιν Θεού Πατρός εν αγιασμώ Πνεύματος εις υπακοήν και ραντισμού αίματος Ιησού Χριστού>>. Τέλος, Α’ Ιωάννου 5-7 <<ότι τρεις εισίν οι μαρτυρούντες το Πνεύμα και το ύδωρ και το αίμα και οι τρείς εις το εν εισίν>>.


Σε άλλο χειρόγραφο το χωρίο τούτο έχει παραλλαγή <<Τρείς εισίν οι μαρτυρούντες εν τω ουρανώ, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα και ούτοι οι τρείς εν εισίν>>. Το χωρίον τούτο εξελλείπει εκ των αρχαιότερων κωδικών αγνοείται επίσης και από των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας γινόμενο γνωστό τον όγδοο μετά Χριστού αιώνα. Για το λόγο αυτό από αρκετούς θεωρείται περί εμβόλιμου χωρίου αγνώστου συγγραφέως. Αν και η παρουσία του μαρτυρεί την συνείδησιν της Εκκλησίας πιστεύουσης εις το δόγμα της Αγίας Τριάδος, η τάξις των Προσώπων της μιας θεότητας του Πατρός κατέχοντος την πρώτην του Υιού την δεύτεραν και του Αγίου Πνεύματος την τρίτην θέσιν, ήτις είναι αυτή η Αγία Τριάς εν χρόνω και εν τη ιστορία αποκαλυφθήσαν.


Επειδή ο πατήρ απεκαλύφθη πρώτος εις τον κόσμον, κατέχει την πρώτην θέση ων η αιτία και η αρχή της γεννήσεως του Υιού και της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος. Ο Υιός την δεύτεραν ως χρονικώς μεταγενέστερον αποκαλυφθής, το δε Άγιον Πνεύμα την τρίτην θέσιν. Βάση όμως της οικονομικής Τριάδος είναι η κατ’ ουσίαν και μεταφυσικώς νοούμενη Αγία Τριάς η καλούμενη υπερβατική Τριάς. Μεταφυσικώς δεν δυνάμεθα να θέσωμεν ιεραρχικήν τάξιν των Προσώπων της Αγίας Τριάδος διότι και τα τρία Πρόσωπα είναι συναιώνια και συναΐδια και συνάναρχα. Δεν δυνάμεθα δε να θεωρήσωμεν τον Υιόν ως προελθόντα εκ του Πατρός διότι θα υποπέσωμεν εις τον Αρειανισμόν και εις την κακοδοξίαν την υποταγής.


3


Αποδεχόμενοι ότι ο Πατήρ είναι η αιτία, πηγή και αρχή του Υιού, αναιρούμε το συναΐδιον του Υιού προς τον Πατέρα, κακοδοξία την οποίαν κακοδόξως εδίδαξεν ο Άρειος. Δεν δυνάμεθα επίσης να αποδεχθώμεν ότι ο Πατήρ ων αρχή και πηγή του Υιού είναι ανώτερος τούτο, ο δε Υιός ανώτερος του Αγίου Πνεύματος ήτοι την διδασκαλίαν της υποταγής ή υποτάξεως. Αντιθέτως προς τας κακοδοξίας ταύτας διδασκαλίας η Ορθόδοξος Εκκλησία στηριζόμενη επί της Θεοπνεύστου Αγίας Γραφής και Ιεράς Παραδόσεως διδάσκει σταθερώς το ομότιμον και συναΐδιον και συνάναρχον των τριών Προσώπων της Αγίας Τριάδος.


Εν τω ιερό Ευαγγέλιω του Ιωάννου ο Υιός μαρτυρείται ρητώς ως συνάναρχος του Πατρός <<Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος και ο Λόγος σαρξ εγένετο>> (Ιωάννου 1-14). Το χωρίον επίσης της Α’ Κοριν. 2-10 λέγει <<Το γαρ Πνεύμα πάντα ερευνά και τα βάθη του Θεού>>. Μαρτυρεί περί του άναρχου του τρίτου Προσώπου της θεότητος διότι εάν δεν ήτο άναρχον δεν θα ηδύνατο να ερευνά τα βάθη της Θείας ουσίας ων της αύτης ουσίας προς τον Πατέρα και τον Υιόν. Εν τη υπερβατική Τριάδι δυνάμεθα μόνον να διακρίνωμεν τα τρία Πρόσωπα απ’ αλλήλων της αυτής ουσίας όντα. Και αποτελούντα ως ελέχθη τρόπους της αϊδίου υπάρξεως του ενός Θεού δι ων αφενός διακρίνεται και αφετέρου συνάπτεται η θεότις.


Πέραν της διδασκαλίας της Αγίας Γραφής περί της ομουσιότητας της Αγίας Τριάδος και την κοινή περιχώρηση που υπάρχει μεταξύ των τριών Προσώπων, υπάρχει και διδασκαλία της Ιεράς Παραδόσεως από τους Αγίους Πατέρες. Αποδεχόμενοι πλήρως την διδασκαλία της Αγίας Γραφής, κάνουν μια πιο αναλυτική παρουσίαση της Θεότητος και τούτο για να τονίσουν την εγκυρότητα της διδασκαλίας της Αγίας Γραφής αλλά και για πληρέστερη ενημέρωση του λαού του Θεού. Ο Κλήμης Ρώμης γράφει <<Έναν Θεόν έχομεν και έναν Χριστόν και εν Πνεύμα της χάριτος το εκχυθέν εφ ημάς>> (Κλήμ. Ρώμης Α΄Καρ. 46-6-ΒΕΠ.1-31). Ο ιερός Ιγνάτιος διδάσκει το τριαδικόν της θεότητος <<ως όντες λίθοι ναού Πατρός ητοιμασμένοι εις οικοδομήν Θεού Πατρός αναφερόμενοι εις τα ύψη δια της μηχανής Ιησού Χριστού ως εστί Σταυρός σχοινίω χρώμενοι τω Πνεύματι τω Αγίω>> (Ιγνάτ. Εφεσ. 9-1 ΒΕΠ 2-288).


Ο διαβόητος Επίσκοπος Νεοκαισσαρίας Γρηγόριος ο θαυματουργός διατυπώνει το περί Αγίας Τριάδος δόγμα ως εξής <<εις Θεός Πατήρ Λόγου ζώντος τέλειος γεννήτωρ Πατήρ Υιού Μονογενούς εις Κύριος μόνος εκ Θεού εκ Θεού και εν Πνεύμα Άγιον εκ Θεού την ύπαρξιν έχουν και δια Υιού πέφηνος ζωή ζώντων αιτία πηγή Αγία αγιότις αγιασμού χαρηγός εν ω φανερούται Θεός ο Πατήρ ο επί πάντων και εν πάση και Θεός ο Υιός ο δια πάντων Τριάς τέλεια. Ούτε ουν κτιστόν τι ή δούλον εν τη Τριάδι, ούτε υπείσακτον ως πρότερον ουχ υπάρχον ύστερον δε επισέλθουν ούτε ουν ενέλειπε ποτέ Υιός ούτε Υιώ το Πνεύμα αλλ’ ατρέπτως και αναλλοίωτος η αυτή Τριάς αεί>> (Γρηγορίον Νεοκαισσαρίας, Έκθεσις της Πίστεως Β.Ε.Π. 17-298).


4


Υπάρχει πλήθος χωρίων των Πατέρων της Εκκλησίας που μαρτυρούν περί της Αγίας Τριάδος διδασκαλίαν. Παραθέτω ένα ακόμη χωρίον του Μεγάλου Βασιλείου <<Εστίν ο Πατήρ τέλειον έχων το είναι και ανενδεές ρίζα και πηγή του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Εστίν δε και ο Υιός εν πλήρη Θεότητι ζων Λόγος και γέννημα του Πατρός ανενδεές. Πλήρες δε και το Πνεύμα ου μέρος έτερου αλλά τέλειον και ολόκληρον εφ’ εαυτού θεωρούμενον και συνήπται μεν ο Υιός το Πατρί αδιασπάστως συνήπται σε τω Υιώ και το Πνεύμα. Το γαρ διορίζων ουκ εστίν ουδέ το διάτεινον την εξ αΐδιων συνάφειαν>> (Μέγας Βασίλειος ομολία 24). Κατά ταύτα εκ των ελαχίστων παρατεθεισών μαρτυριών της Ιεράς Παραδόσεως οίτινες συμφωνούν απολύτως προς την διδασκαλίαν της Αγίας Γραφής. Συνάγεται ότι το δόγμα της Αγίας Τριάδος ομοφώνως αεί επιστεύθη και εδιδάχθη εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία.


Η Θεότις του πρώτου Προσώπου της Αγίας Τριάδος μαρτυρούμενη εν τη Αγία Γραφή και τη Ιερά Παράδοση δεν χρίζει ιδιαιτέρως αναπτύξεως. Η Πατρότις του Πρώτου Προσώπου της Αγίας Τριάδος μαρτυρεί ομοίως υπό της Αγίας Γραφής και της Ιεράς Παραδόσεως. Η Αγία Γραφή πολλάχου διδάσκει εμφανώς ότι το πρώτον Πρόσωπον της Αγίας Τριάδος είναι ηθικώς και κατά χάριν Πατήρ των υπ’ Αυτού δημιουργηθέντων όντων. Διότι παρήγαγε τα πάντα εκ του μη όντος εις το είναι δημιουργήσας κυβερνών και συντηρών ταύτα εν τη ύπαρξει. <<Αξιώ σε τέκνον αναβλέψαντα εις τον ουρανόν και την γην και τα εν αυτοίς πάντα ειδόντα γνώναι ότι εξ ουκ όντων εποίησεν αυτά ο Θεός και το των ανθρώπων γένος ούτος γεγένηται (Β. Μακαβ. 7.28).


Ο Θεός εν τη Παλαιά Διαθήκη παρίσταται ως ο Πατήρ του Ισραήλ ο χειραγωγήσας αυτόν από της δουλείας εις την ελευθερίαν ο μεριμνόν πάντοτε δια τον εκλεκτόν αυτού λαόν. Ο προστατεύων τους αδικούμενους και πένητας και πάσχοντας, ο παιδαγωγών και μαστιγών τοις εκτρέποντας και μη τον Θείον Νόμον τηρούντας.

Την έννοιαν του Πατρός ανευρίσκομεν και εν τη Καινή Διαθήκη ως πνευματικήν έννοιαν ένθα ο Θεός Πατήρ δεν είναι πλέον ο Πατήρ ορισμένου λαού αλλά ολόκληρου της ανθρωπότητος. Όστις αγαπά όλους τους ανθρώπους εξίσου προστατεύων αμείβων και δικαίως τους τηρούντας το θέλημα του τιμορών δε ως δίκαιος τους αμετανόητους αμαρτωλούς. Είναι εκείνος όστις κατέστησε πάντα τηρούντα τον νόμον αυτού θετόν Υιό του διδάξας ημάς δια του κατά φύσιν Υιού του εις την Κυριακήν Προσευχή ίνα προσαγορεύωμεν αυτόν Πατέρα.


5


Εννοείται ότι ο Θεός ως Πατήρ των ανθρώπων ονομάζεται ούτω καταχρηστικώς και κατά χάριν και ουχί κατά φύσιν. Καθότι φυσικοί Υιοί του Θεού δεν δύναται να θεωρούνται οι άνθρωποι διότι δεν τυγχάνουν της αυτής ουσίας προς τον Θεό. Ονομαζόμαστε όμως υιοί του Θεού ως υπ’ αυτού δημιουργηθέντες ως συγχωρούμενοι αμαρτάνοντες και ως αναγεννώμενοι δια της χάριτος αυτού. Το πρώτον Πρόσωπον όμως της Αγίας Τριάδος ως Πατήρ είναι κατ’ εξοχήν του μόνου και κατά φύσιν Υιού αυτού Πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.


Η πατρότις αυτή του Θεού Πατρός είναι η βάση επί της οποίας πάσα άλλη πατρότις εχαρακτηρίσθη ως καθεαυτήν και πρωτότυπος. Ο μόνος φυσικός Υιός του Πατρός και αληθής εν ταύτω Θεός είναι ο Ιησούς Χριστός και ταύτα μεν ως προς την πατρότητα του Προσώπου της Αγίας Τριάδος ως προς δε την θέσην και τάξιν αυτού εν τη Αγία Τριάδι λέγομεν ότι ο Θεός Πατήρ είναι ο μόνος αγέννητος και αναίτιος εκ των τριών Προσώπων, πηγή αρχή και αιτία ων του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Γεννών αϊδίως τον Υιόν και εκπορεύων το Άγιον Πνεύμα. Είναι όμως συναΐδιος και συνάναρχος του Υιού και του Αγίου Πνεύματος ως αείποτε Πατήρ του Υιού άνευ του οποίου δεν θα εθεωρείτο Πατήρ.


Και ενώ τα έτερα δύο Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος έχουν την αρχήν αυτών εν τω Πατρί, ο Πατήρ είναι άνευ αρχής αιτία και αρχή εαυτού αυτόθεος και άναρχος και επί πάντων Θεός. Η κεφαλή του Υιού κατά μόνον διαφέρει ο Πατήρ των δύο άλλων Προσώπων και τα τρία δε ομού λόγω της ταυτότητος της Θείας ουσίας είναι συναΐδια και συνάναρχα και συναιώνια και ισότιμα. Την διδασκαλία περί της Πατρότητος του Θεού και της θέσεως αυτού εν τη Αγία Τριάδι διδάσκει εμφανώς η Αγία Γραφή και η Ιερά Παράδοσις. Εις το χωρίον Ματθ. 6-9-14 παρίσταται εμφανώς η πατρότις του πρώτου Προσώπου της Αγίας Τριάδος εν σχέση προς τους ανθρώπους <<Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς, ο δε ο Πατήρ ημών αφήσει τα παραπτώματα ημών>> (Μάρκου 11-25).


Την Πατρότητα του Θεού Πατρός μαρτυρεί ολόκληρος η παραβολή του Άσωτου Υιού (Λουκά 15-11-32). Το αυτό διδάσκει και το χωρίον Λουκά 12-32 <<μη φοβού το μικρόν ποίμνιον ότι ευδόκησεν ο Πατήρ ημών δούναι ημίν την βασιλείαν>>. Την πατρότητα του Θεού Πατρός εν σχέση προς τον κόσμον διδάσκουν επίσης πλείστα χωρία της Παλαιάς Διαθήκης (Δευτ. 32-6 / Μαλαχ. 2-10 / Ιερ. 38-20 / Ωσηε 11-1 / Ησαΐου 63-16 / Παροίμ. 3-12 / Ψαλμοί 67-5 / 102-13 και άλλα πολλά. Εκ δε των Εκκλησιαστικών Πατέρων και συγγραφέων Κύριλλος ο Αλεξανδρείας γράφει <<Ο Πατήρ πρώτος ονομάζεται κατά την σύνταξιν της ομολογίας της Αγίας και ομουσίου Τριάδος. Την αγάπην και τον σύνδεσμο μεταξύ Πατρός και Υιού εκφράζει ο Μέγας Αθανάσιος λέγων περί του Υιού ως εικόνας του Πατρός ότι ο Πατήρ σι εαυτόν όμων προσχαίρει ταύτη ως αυτός ο Υιός λέγει εγώ ημίν η προσέχαιρε ή οτε γούν ουχ εωρά αυτόν ο Πατήρ εν τη εαυτού εικόνι ή ποτέ ου προσεχαίρειν ίνα τολμήσει τις ειπείν ότι ουκ ην χαίρων ο Πατήρ>>.


6


Ο Μέγας Βασίλειος ομιλεί περί της Υιότητας του Υιού εκ του Πατρός γράφει ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Υιός <<εκ της κατά φύσιν κοινωνίας έχων της Πατρικής Θεότητας το αξίωμα. Το μεν γαρ λαβείν κοινόν και προς την κτίσιν το δε έχειν εκ φύσεως ιδίον του γεννηθέντος ως μεν ουν Υιός φυσικώς κέκτηται τα του Πατρός>> (Μ. Βασίλειος ομιλία ΙΕ’ περί πίστεως). Ο τρόπος της αΐδιου υπάρξεως του δεύτερου Προσώπου της Αγίας Τριάδας είναι η Υιότις ήτοι η άναρχος και αΐδιος γέννησις Αυτού εκ του Πατρός.


Η Υιότις του Ιησού Χριστού δεν δύναται να εννοηθεί ως κατά χάριν ούτε κατ’ οικονομίαν ως συμβαίνει εις τας μεταξύ Θεού και ανθρώπων σχέσεις. Οπότε εκείνοι που επιτελούν τον νόμον του Θεού αποκαλούνται και είναι τέκνα του Θεού, Υιοί του Θεού εξαγιαζόμενοι υπό της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Η Υιότις του Ιησού Χριστού δεν δύναται επίσης να νοηθεί εν τη κακόδοξο έννοια ην προσέδωκεν εις την Υιότητα ο Αρειανισμός. Και ο τούτων ακολουθών εις τους καθ’ ημάς χρόνους χιλιασμός που ομιλούν περί υιοθεσίας του Ιησού κατά την βάπτισιν δεχόμενοι εν ταυτό την κατά χάριν υιοθεσία υπό του θεού.


Εν αντιθέσει προς τα κακόδοξα ταύτα φαντασιοκοπήματα, η Ορθόδοξος Εκκλησία διδάσκει ότι ο Θεός Λόγος είναι κατά φύσιν Υιός του Πατρός Θεού και ως εκ τούτου δεν δύναται να συγκριθεί προς τα κατά χάριν τέκνα Θεού, τους ανθρώπους. Το υποστατικόν ιδίωμα της Υιότητος του δεύτερου Προσώπου της Αγίας Τριάδος δεν σημαίνει διάκρισιν αυτού από της ουσίας του Πατρός ή του Αγίου Πνεύματος. Δεδομένου ότι ως ήδη επανειλημμένα έχουμε πει και τα τρία Πρόσωπα είναι μιας και της αυτής ουσίας.


Εννοείται ότι η Υιότις και Θεότις του Λόγου εξετάζεται ουχί χριστολογικώς αλλά εν τω πλαίσιω του δόγματος της Αγίας Τριάδος. Την περί Υιότητος και θεότητος του Θείου Λόγου διδασκαλίαν μαρτυρεί εμφανώς τόσον η Αγία Γραφή, όσον και η Ιερά Παράδοσις. Η Αγία Γραφή δεν ονομάζει ρητώς το δεύτερον Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος Πρόσωπον αλλά Υιόν Μονογενή Υιόν, Μονογενή παρά του Πατρός αι ονομασίαι δε αύται αν και δεν περιέχουν την λέξιν Πρόσωπον εν τούτοις ταυτίζονται προς την έννοιαν του Προσώπου εν τη Αγία Τριάδι. Εις το χωρίον Ιωάνν. 1-14 ο Θεός Λόγος χαρακτηρίζεται ως <<μονογενής παρά Πατρός>>. Εις δε το χωρίο 3-16-18 <<μονογενής Υιός του Θεού>>.


7


Το Ευαγέλλιον του Ιωάννου (1-13) και η Αποκάλυψις (19-13) ονομάζουν το δεύτερον Πρόσωπον της Αγίας Τριάδος <<Θεόν Λόγον>>. Την ισότητα του Υιού προς τον Πατέρα και την θεότητα Αυτού μαρτυρεί το χωρίον του Ιωάννου 5-16-18 εξ <<και δια τούτο εδίωκον οι Ιουδαίοι τον Ιησούν ότι ταύτα εποίει εν Σαββάτω, ο δε απεκρίνατο αυτοίς ο Πατήρ μου έως άρτι εργάζεται και εγώ εργάζομαι δια τούτο ουν μάλλον εζήτουν αυτόν οι Ιουδαίοι αποκτείναι ότι ου μόνον έλυε το Σάββατον αλλά και Πατέρα ίδιον έλεγε τον Θεόν ίσον εαυτόν ποιών τω Θεώ>>.


Ομοίως την ισότητα του Θεού Πατρός και Θεού Υιού διδάσκει και το χωρίον Ματθ. 11-27 <<πάντα μοι παρεδόθη υπό του Πατρός μου και ουδείς επιγινώσκει τον Υιόν ειμή ο Πατήρ ουδέ τον Πατέρα τοις επιγινώσκει ειμή ο Υιός>>. Την συναϊδιότητα του Υιού προς τον Πατέρα διδάσκει η Αγία Γραφή εις το χωρίον Ιωάννου 8-58 <<Πριν Αβραάμ γενέσθαι εγώ ειμί>>, ως επίσης το χωρίον Ιωάννου 16-28 <<εξήλθον εκ του Πατρός και ελήλιθα εις τον κόσμον πάλιν αφίημι τον κόσμον και πορεύομαι προς τον Πατέρα. Το αυτό διδάσκει και το χωρίον Ιωάνν. 14-9 <<ο εοράκως εμέ εόρακεν τον Πατέρα>>. Οι δε Απόστολοι <<έγνωσαν αληθώς ότι παρά σου εξήλθον και επίστευσαν ότι συ με απέστειλας>>.


Ο Απόστολος Παύλος εν τη προς Ρωμαίους επιστολή 9-5 λέγει ότι ο Υιός είναι <<ο ων επί πάντων Θεός ευλογητός εις τους αιώνας>> εις δε την προς Τίτον Επιστολήν 2-13 λέγει <<προσδεχόμενοι την μακαρίαν ελπίδα και επιφάνειαν της δόξης του μεγάλου Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού>> και άλλα πολλά χωρία Πράξεις 20-28 / Εβραίους 1-8 / Β’ Πέτρου 1-1 / Ιωάννου 17-5, 17-21 / Κολ. 2-3 / Α’ Πέτρου 3-22 / Ματθ. 25-31 / Πράξεις 10-42 / Β’ Κορινθ. 5-10 / Φιλ. 2-9-11 / Εφεσ. 1-20-22 / Αποκαλ. 5-11-14). Εκ των ανωτέρω παρατεθέντων χωρίων συνάγεται αναντιλέκτως ότι ο Θεός Λόγος είναι Θεός της αυτής ουσίας και ενέργειας μετά του Πατρός όπερ εμφαίνεται εκτός εκείνων των χωρίων άτινα αποδίδουν εις τον Θεόν Λόγον τα ιδιώματα της παγγνωσίας, της αγιότητας, της παντοδυναμίας, του αμετάβλητου, ως επίσης και εκ της αναστάσεως των νεκρών της κρίσεως και ανταποδόσεως.


Υπάρχουν όμως και χωρία εν τη Καινή Διαθήκη τα οποία εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι διδάσκουν ότι ο Υιός είναι κατώτερος του Πατρός και εις Τούτο υποτεταγμένος ως είναι παραδείγματος χάρη τα χωρία Ιωάν. 14-28 <<Ο Πατήρ μου μείζων μου εστίν>>, Εφεσ. 1-17 <<Ίνα ο Θεός του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ο Πατήρ της δόξης>>, το χωρίον Ματθ. 19-17 <<ειμή λέγεις αγαθόν, ουδείς αγαθός ειμή εις ο Θεός>>, Α’ Κορ. 11-3 <<Κεφαλή δε του Χριστού ο Θεός>>. Τα χωρία ταύτα ως και άλλα ως η Ορθόδοξος Εκκλησία δια των Αγίων Πατέρων ορθώς ερμηνεύει ότι δεν ομιλούν περί της κατωτερότητος του Υιού εν σχέσει προς τον Πατέρα, αλλά περί του Κυρίου Ιησού Χριστού όστις απεστάλη υπό του Πατρός εις τον κόσμον και έλαβεν σάρκα γενόμενος άνθρωπος. Είναι δε ο Κύριος κατά την ανθρώπινην αυτού φύσιν κατώτερος του Πατρός.


8


Την κατωτερότητα ταύτην της ανθρώπινης φύσεως του Κυρίου εν συγκρίσει προς την Θείαν ουσίαν εμφαίνουν τα προαναφερθέντα χωρία. Δυνάμεθα επίσης να δεχθώμεν ότι ο Κύριος ως άνθρωπος υπόδειγμα δια τους ανθρώπους όλων των αιώνων ταπεινώσας εαυτόν. Το δεύτερον Πρόσωπον της Αγίας Τριάδος, ο Θεός Λόγος ισότιμος, συνάναρχος και συναΐδιος προς τον Πατέρα και το Πανάγιον Πνεύμα απεστάλη υπό του Πατρός εν χρόνω λαβών ανθρώπινην φύσιν συνενωθείσαν μετά της Θείας, προς πραγμάτωσιν του προαινίου σχεδίου της σωτηρίας των ανθρώπων από του αιωνίου θανάτου και της αμαρτίας.


Πολλά χωρία της Αγίας Γραφής ομιλών περί της αποστολής εις τον κόσμον του Κυρίου και δια του θανάτου και της αναστάσεως του συντελεσθείσης της απολυτρώσεως του ανθρώπινου γένους. Μεταξύ των άλλων χωρίων που διδάσκουν το δόγμα τούτο είναι Α’ Ιωάννου 1-1 / Γαλ. 4-4 <<ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου εξαπέστειλεν ο Θεός τον Υιόν αυτού γενόμενου εκ γυναικός γενόμενον υπό νόμον ίνα τους υπό νόμων εξαγοράσει ίνα την υιοθεσίαν απολάβωμεν>>. Το δόγμα της Θεότητος του Θεού Λόγου Κυρίου ημών Ιησού Χριστού διετύπωσεν αυθεντικώς η Εκκλησία καταπολεμήσασα και αναθεματίσασα τον Αρειανισμό εν τη Α’ Οικουμενική Σύνοδο εις το Σύμβολον της Πίστεως ως και εις τον δογματικόν όρον.


Την αυτήν διδασκαλίαν περί της Θεότητος του Θεού Λόγου εβρίσκομεν εμφανώς διδασκόμενην υπό των Εκκλησιαστικών Πατέρων και συγγραφέων. Ούτω εν τη Β’ προς Κορινθίους επιστολή του Κλήμεντος λέγεται <<αδελφοί ούτω δει ημάς φρονείν περί Ιησού Χριστού ως περί Θεού>> (Β’ Κλήμεντος Β.Ε.Π. 1-40). Ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος γράφει <<Τον υπέρ καιρόν προσδοκά τον άχρονον τον αόρατον τον δι ημάς ορατόν τον αψηλάφιστον τον απαθή τον δι ημάς παθητόν τον κατά πάντα τρόπον δι ημάς υπομείνοντα>> (Β.Ε.Π. 2-283).


Δόξα της ακαταλήπτου ουσιότητος μορφή. Δόξα τη υπερφράστω σου επίλαμψη θεϊκή.


Στο επόμενο η συνέχεια.

 
 
 

Σχόλια


bottom of page