top of page
Αναζήτηση

ΚΕΙΜΕΝΟΝ 17 - ΠΕΡΙ ΘΕΙΩΝ ΔΟΓΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

  • Εικόνα συγγραφέα: vlaxosalexandros20
    vlaxosalexandros20
  • 18 Μαΐ 2022
  • διαβάστηκε 11 λεπτά

1


Ούχ ήμαρτεν Ιησού μου ουδείς ώσπερ ήμαρτον εγώ ο ταλαίπωρος νυν δε προσπίπτω δεόμενος Ιησού μου σώσον με και την ζωήν Ιησού μου κληροδότησον.


Στην προηγούμενη ανάρτηση μας αναφερθήκαμε περί της αρχέγονου δικαιοσύνης και της διδασκαλίας περί αυτού άλλων δοξασιών καταλήγοντας στην διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας που θα αναφερθώ στην συνέχεια. Η διδασκαλία της ημετέρας Εκκλησίας δεν είναι αυθαίρετο προϊόν ανθρώπινης διάνοιας και συλλογιστικό κατασκεύασμα ενός συνόλου προσωπικών νομίζω. Αυτό προκύπτει μέσα από αγώνες και μάχες για να αντιμετωπίσουν τα σαθρά επιχειρήματα των αιρετικών.


Την ορθότητα και την θεία αλήθεια που ερέδεται της, η Ορθόδοξη διδασκαλία απορρέει αποδεικτικά μέσα από την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση. Και αυτό δεν ισχύει μόνο για το παρόν θέμα αλλά για όλα τα επιμέρους θέματα που έχουν καταχωρηθεί. Για όλα τα επιμέρους θέματα έχουν καταχωρηθεί χωρία τόσον από την Αγία Γραφή αλλά και αναφορές στην Ιερά Παράδοση. Και περί της έννοιας του κατ’ εικόνα, ο Ιερός Χρυσόστομος παρατηρεί <<Κατά την της αρχής ούν εικόνα φύσιν ου καθ’ έτερον τι και γαρ πάντων των επί της γης άρχοντα των ανθρώπων εδημιούργησεν ο Θεός και ουδέν τω επί της γης εστί τούτο μείζον αλλά πάντα υπό την εξουσίαν την τούτου τυγχάνει>>.


Ο Κύριλλος Αλεξάνδρειας ομιλών περί της φύσεως του προπτωτικού ανθρώπου λέγει ότι αυτήν είχεν <<εγκαταβεβλημένην εαυτή την εις παν οτοίου των αγαθών έφεσιν τε και προθυμία και το θέλειν επιμελείσθαι αγαθότητος και δικαιοσύνης τον άνθρωπον γαρ ούτω κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού γενέσθαι καθ’ ο και αγαθόν και δίκαιον πέφυκε>>. Ως προς το κυριαρχικόν του ανθρώπου επί της φύσεως ο Μέγας Βασίλειος παρατηρεί ότι <<πρώτον ούν ημίν συνεχειροτονήθη η του άρχην δύναμις Αρχικόν ει ζώον άνθρωπε>>.


Ο δε Γρηγόριος Νύσσης λέγει ότι <<η λογική και νοερά φύσις εάν το κατ’ εξουσίαν απωθείται κατά την πτώσιν τότε και την χάριν του νοερού συναπώλεσε>>. Ω αυτός Πατήρ κάνοντας διάκριση μεταξύ του κατ’ εικόνα και του καθ’ ομοίωσιν σημαίνει <<το μεν κατ’ εικόνα τη κτίσει έχομεν και εν τη πρώτη κατασκευή συνυπάρχει ημίν, το δε καθ’ ομοίωσιν εν προαιρέσεως κατορθούμεν>>.


2


Καταδεικνύων ο Μέγας Βασίλειος την αθωότητα και ακακία ως και το δυνατό της παραμονής του ανθρώπου εν τω αγαθώ, η ψυχή του αρχέγονου ανθρώπου λέγει <<λελημένη πάσης ανάγκης και αυθαίρετον ζωήν λαβούσα παρά του κτίσαντος δια το κατ’ εικόνα γεγένησθαι Θεού νοεί μεν το αγαθόν και ουδέν την απόλαυσιν και έχει εξουσίαν και δύναμιν επιμένουσα τη του καλού θεωρία και τη απολαύσει των νοητών διαφυλάσσειν αυτής την καταφύσιν ζωήν ότι ουκ εστίν αίτιος των κακών ο Θεός>>.


Επί του αυτού ο Μέγας Αθανάσιος <<Ουδέν έχων εμπόδιον εις την περί του Θεού γνώσιν εθεώρει (έβλεπε) μεν πάντοτε δια της καθαρότητος τον Θεόν Λόγον ου κατ’ εικόνα εγέγονει υπεράνω δε των αισθητών γινόμενος συνήπτετο προς τα εν ουρανοίς Θεία και νοητά τη δυνάμει του νου>>. Ο Ιερός Δαμασκηνός περί του αναμάρτητου των πρωτόπλαστων και ερμηνεύων αυτό λέγει <<αναμάρτητον φημί ουχ ως μη επιδεχόμενον αμαρτίαν, αλλ’ ουκ εν τη φύσει το αμαρτάνειν έχοντα εν τη προαίρεση δε μάλλον ήτοι εξουσία έχοντα μένειν και προκόπτειν εν τω αγαθώ τη θεία συνεργούμενον χάριτι ωσαύτος και τρέπεσθε εκ του καλού και εν τω κακώ γίνεσθαι του Θεού παραχωρούντος δια το αυτεξούσιον.


Τέλος, ο Ιερός Χρυσόστομος ομιλών περί των διανοητικών ικανοτήτων και την κατοχήν πολλών γνώσεων υπό του προπτωτικού ανθρώπου γράφει <<Πόθεν ταύτα αυτώ επήλθε φθέγγεσθε. Η δηλών ότι προφητικού χαρίσματος μετέχων προς της παρακοής απαντά ταύτα έπρακε τοις πνευματικοίς οφθαλμοίς>>. Όπως είπαμε στα προηγούμενα ότι ο άνθρωπος λαβών το κατ΄ εικόνα από τον Θεόν ως και τα δώρα της αρχέγονου δικαιοσύνης δεν εβρίσεκτο εν αποτετελεσμένη τελειότητι και δικαιοσύνη αλλ’ όφειλε να επιτύχει τούτο δια μακράς ασκήσεως ήτις παρενετίθετο οιωνεί ως πρόσκομμά εις οδόν την άγουσαν εις την τελειότητα των πρωτόπλαστων.


Τούτω ακριβώς σημαίνει και ο όρος καθ’ ομοίωσιν ήτοι εξομοίωσίν του ανθρώπου προς τον Θεόν ουχί όμως αυτομάτως και ακαριαίως και άνευ της ενεργείας και προσπάθειας του ανθρώπου. Ο άνθρωπος όμως εκτός της δυνατότητας που παρείχε εις αυτόν η ύπαρξις του αυτεξουσίου δι’ ελευθέρας ασκήσεως και τη βοήθεια της Θείας Χάριτος να αναχθεί εις την τελειότητα και να επιτύχει την εξομοίωσίν του προς τον Θεόν. Είχε επίσης και την δυνατότητα να ποιήσει κακή χρήση των ηθικών αυτού δυνάμεων και προσόντων και αντί του αγαθού να εκλέξει και να ακολουθήσει το κακόν.


3


Εάν ο λογικός άνθρωπος δεν είχε μίαν τοιαύτην δυνατότητα αλλ’ ήτο έρμαιο της φύσεως και των φυσικών αυτού δυνάμεων και ροπών. Ανεξαρτήτως του ότι το λογικόν μετά του αυτεξουσίου αποτελούν εν ενιαίον όλον, τότε δεν θα μπορούσαμε περί του ανθρώπου ως περί του τελειοτάτου των δημιουργημάτων. Αυτή ακριβώς η ικανότητα και το μέγα δώρον προς τον άνθρωπον, η ελευθερία της βουλήσεως κακώς χρησιμοποιηθήσα από των πρωτόπλαστων, οδήγησε αυτούς εις την απώλεια της ευδαιμονίας και εις την εκ του αγαθού απομάκρισιν του. Δια της κακής χρήσεως του θείου δωρήματος του αυτεξουσίου ο άνθρωπος οδήγησε εαυτόν εις την κακοδαιμονία.


Γεννάται το ερώτημα πως ο Θεός όστις τα πάντα γνωρίζει προς της Γενέσεως αυτών έδωκε εις τον άνθρωπον το μέγα τούτο προσόν του αυτεξούσιου. Ενώ γνώριζε την κακή χρήση αυτού από τον άνθρωπο ώστε να καταστεί αναγκαία η ενσάρκωση του Υιού Του ως το πάθος και η ανάστασις Αυτού προς άρσιν της προσβολής της Θείας μεγαλειότητος. Την αυτήν ερώτηση δύναται ισχύει και εν σχέσει προς τους ασώματους αγγέλους. Τόσο μέρος των αγγέλων όσον και οι άνθρωποι οι ποιήσαντες κακήν χρήσην του αυτεξουσίου εκπέσοντες της Θείας μακαριότητος.


Είπαμε ότι το λογικόν συνδέεται αναποσπάστως μετά του αυτεξουσίου και συνεπώς του ενός απουσιάζοντος χωλαίνει αναγκαίως και το έτερον άνευ του οποίου είναι αδιανόητος η ύπαρξη του πρώτου. Το δημιούργημα του Θεού ο άνθρωπος έπρεπε είτε να έχει λογικόν συνδεδεμένον μετά του αυτεξουσίου, είτε ουδέτερον όπως συμβαίνει με τα άλογα ζώα. Δοθέντος υπό του Θεού εις τα λογικά όντα το δώρο του αυτεξουσίου τα λογικά όντα όφειλαν να επακολουθήσουν ουχί την κακήν χρήση αλλ’ η καλή χρήση τούτων.


Βάση των προσόντων και των ικανοτήτων που είχαν δοθεί στον πρωτόπλαστον άνθρωπο. Όφειλαν οι πρωτόπλαστοι καλήν χρήση χρήζοντος του αυτεξουσίου να οδηγηθούν εις ομοίωσιν προς τον Θεόν. Δεδομένου ότι τα προσόντα το οποία εκέκτηντο οι πρωτόπλαστοι εβρίσκοντο υπό την άμεσόν ροπήν της Θείας Χάριτος έχοντες εν εαυτώ την τάσιν και την ροπήν προς το αγαθόν, την αλήθειαν και τον Θεόν. Οι πρωτόπλαστοι γνωρίζοντες τον απόλυτον σεβασμόν του Θεού προς την ελευθερία που είχε δώσει στο δημιούργημα. Οι πρωτόπλαστοι δεν επειθάρχησαν εις την Θείαν εντολήν αλλά επαναστάτησαν κατά του Θεού.


Το τραγικόν τούτο γεγονός όπερ απέβη μοιραίον δι’ ολόκληρον της ανθρωπότητα έλαβε χώρα εν τω Παραδείσω της τρυφής κατά το δειλινόν μιας ζοφεράς και αποφράδας ημέρας. Ότε επέτρεψεν ο Θεός να δοκιμασθεί ο δια τοιούτων προσόντων πεπροικισμένος άνθρωπος υπό του φθονήσαντος διαβόλου την ανθρώπινην ευδαιμονίαν. Η Αγία Γραφή εις την περικοπήν της πτώσεως των πρωτόπλαστων δεν ομιλεί περί διαβόλου αλλά περί όφεος υπό τον όρον όφιν εννοείται πασιδήλως αρχέκακος ως πολλά χωρία της Αγίας Γραφής περί τούτου μαρτυρούν. Εις το χωρίο Σοφία Σολομώντος 2-24 λέγεται <<φθονώ δε διαβόλου θάνατος εισήλθεν εις τον κόσμον>>.


4


Εν δε εις το χωρίο Σοφία Σειράχ 25-24 γίνεται λόγος περί της προελεύσεως της αμαρτίας εκ της γυναικός <<από γυναικός αρχή αμαρτίας και δι’ αυτήν αποθνήσκομεν πάντες>>. Εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον 8-44 μαρτυρείται ο φθόνος του διαβόλου όστις ήθελε να φονεύσει τον άνθρωπον <<ημείς εκ του Πατρός του διαβόλου έστε και τας επιθυμίας του Πατρός υμών θέλετε ποιείν εκείνος ανθρωποκτόνως ην απ’ αρχής και εν τη αληθεία ουχ έστεκεν ότι ουκ εστίν αληθεία εν αυτώ όταν λαλεί το ψεύδος εκ των ιδίων λαλεί ότι ψεύτης εστίν και ο πατήρ αυτού>>. Επίσης εν Β’ Τιμόθεου 2-14 λέγεται <<και Αδάμ ουκ ηπατήθη η δε γυνή εξαπατηθείσα εν παραβάσει γέγονεν>>.


Επίσης εις τα χωρία της αποκαλύψεως 12-9-20-2 και άλλα δεν επιτρέπουν καμία αμφιβολία ότι ο εμφανισθείς όφις εις τους πρωτόπλαστους ήτο αυτός ο διάβολος. Ο διάβολος φθονήσας την ανθρώπινην μακαριότητα εν τω Παραδείσω προσπάθησε και επέτυχε να παρασύρει τους πρωτόπλαστους εις αποστασίαν κατά του Θεού. Οι πρωτόπλαστοι εγνώριζαν την Θεία εντολήν, ο διάβολος κατόρθωσε να κλονίσει την υπακοή των πρωτόπλαστων προς τον Θεόν. Παρουσίασε το Θεό ως μισάνθρωπον αφενός και εδιήγειρε εις αυτούς συναισθήματα φιλαυτίας και επάρσεως προς ανεξαρτητοποίηση αυτών εκ του Θεού οδήγησε αυτούς εις αποστασία κατά του Θείου θελήματος.


Η αμαρτία των πρωτόπλαστων είναι καθαρώς πνευματικής φύσεως αφού προήλθε εκ της επιθυμίας των πρωτόπλαστων να εξομοιωθούν προς τον Θεόν και να παύσει να εξαρτάται εξ αυτού η ευδαιμονία των και η μακαριότις. Το αμάρτημα των πρωτόπλαστων έχει ως πηγή και ρίζα αυτού την φιλαυτίαν και τον εγωισμό. Της αυτής αιτίας υπήρξε και το αμάρτημα των εκπεσόντων αγγέλων δια τους οποίους ουδέ καν μπορεί να λεχθεί ότι ημάρτησαν επιθυμήσαντες σάρκα όντες άυλαι και πνευματικαί υπάρξεις. Το ότι άγγελοι επεθύμησαν την ωραιότητα των γυναικών και λαβόντες υλικά σώματα και ήρθαν σε επαφή με γυναίκες. Αυτό συνέβη μετά την πτώση των και μόνο εκ των εκπεσόντων αγγέλων.


Αυτό προηγήθηκε του κατακλυσμού του Νώε. Με τον κατακλυσμό τους αφαιρέθηκε το δικαίωμα να λαμβάνουν υλικό σώμα. Επίσης με τον κατακλυσμό καταστράφηκαν και οι απόγονοι αυτών οι Νεφελήμ. Δια της αμαρτίας των οι πρωτόπλαστοι ηθέλησαν άνευ της συναινέσεως του Θεού και της βοηθείας αυτού να αποκτήσουν αυτοτέλεια και ανεξαρτησία, μη υποτασσόμενοι εις τον Θεόν. Σε αντίθεση με την Θεία Βούληση οι πρωτόπλαστοι προσπάθησαν να επιβάλουν την ιδίαν βούλησιν και να αντιτάξουν το ιδίω εγώ εις το άγιον θέλημα του Θεού. Επαναστατήσαντες τοιουτοτρόπως κατά του Αγίου νομοθέτου και Δημιουργού.


Η αμαρτία αυτή των πρωτόπλαστων καθίσταται βαρύτερα και πλέον προσβλητική δια τον Θεόν. Λαμβανόμενων υπόψιν των έξοχων προσόντων και ικανοτήτων που περιεκοσμήθηκαν υπό του Θεού οι πρωτόπλαστοι αφενός και αφετέρου της σχετικώς ευχερούς αντικρίσεως του πειρασμού υπό των κεκοσμιμένων προσόντων που τους είχε παραχωρηθεί. Ανεξαρτήτως όμως τούτου δέον να τονισθεί ότι οι πρωτόπλαστοι δεν ηθέλησαν να παραμείνουν εν τω αγαθώ και εν τη εις τον Θεόν υποταγή. Αλλ’ εζήτησαν αυθυπαρξία και αυτοτέλεια, κάτι το αδύνατον να γίνει, των οποίων συνέπεια ήτο η πτώσις.


5


Δια της αμαρτίας ταύτης των πρωτόπλαστων επήλθε πνευματικός μολυσμός ως τούτον ονομάζει η Αγία Γραφή. Αποκαλούσα την αμαρτίαν των πρωτόπλαστων ανομία, παρακοή, παράβαση, απείθεια, αποστασία, παράπτωμα, ασέβεια και άλλα. Ο μολυσμός αυτός της ψυχής των πρώτων ανθρώπων διετάραξε την αρμονία του ανθρώπου προς εαυτόν, προς τον Θεόν και προς την φύσιν. Και η μεν φύσις τη ματαιότητι υποταγείσα κατά τον Απόστολον Παύλον εκφυεί άκανθας και τριβόλους συμφώνως προς την απαγγελθείσα θείαν τιμωρία προβάλουσα προσκόμματα εις τον άνθρωπον προκειμένου αυτός να προσπορισθεί τα προς το ζην.


Το δε σώμα του ανθρώπου δεν είναι πλέον όργανον του πνεύματος αλλ’ υπόκειται εις την φθοράν και τον θάνατον. Αντί της πρότερας υπαρχούσης αγαθότητος και της συμφωνίας των πράξεων του ανθρώπου προς τον Θείον Νόμον κατακυριεύει του ανθρώπου η αμαρτία και ο διάβολος. Η αμαρτία αυτή των πρωτόπλαστων μετεδόθη εις ολόκληρον το γένος των ανθρώπων εις τρόπον ώστε πας άνθρωπος εις τον κόσμον ερχόμενος φέρει μετ’ αυτού φύσει την αμαρτίαν του Αδάμ, είναι δε υπόδικος και ένοχος απέναντι του Θεού. Η τοιαύτη κατάστασις εν τη οποία πας άνθρωπος γεννάται, κατάστασις ούσα πραγματικής αμαρτίας και εκ του Αδάμ προερχόμενη καλείται προπατορικόν αμάρτημα.


Η αμαρτία αυτή των πρωτόπλαστων όχι μόνον μετεδόθη εις τους εξ αυτών γενόμενους αλλ’ εδημιουργήθη και κατάστασις αμαρτίας εις την οποίαν υπόκεινται οι εκ του Αδάμ καταγόμενοι. Πολλά χωρία της Αγίας Γραφής ομιλούν περίτρανως περί της εκ του πρώτου ζεύγους των ανθρώπων καταγωγής της αμαρτίας και της μετεδόσεως τόσον αυτής, όσον και της καταστάσεως ταύτης εις τους επιγενόμενους. Μαρτυρούν δε την καθολικότητα της καταστάσεως της αμαρτίας των ανθρώπων αφενός και εφετέρου την ενοχήν της αμαρτίας την έκαστος εξ ημών φέρει μεθ’ εαυτού άμα τη γέννηση του. Το χωρίον Γ’ Βασιλ. 8-46 λέγει <<ότι ουκ έστιν άνθρωπος, ως ουχ αμαρτήσεται>>.


Επίσης το χωρίον Παροιμ. 20-9 λέγει <<τις καυχήσεται αγνήν έχειν την καρδίαν ήτις παρησιάσεται καθαρώς είναι από αμαρτιών>>. Ψαλμοί 50-7 <<ιδού γαρ εν ανομίες συνελήφθην και εν αμαρτίες εκείσησαι με η μητήρ μου>>. Ψαλμ. 142-2 <<Και μη εισέλθεις εις κρίσιν μετά του δούλου σου ότι ου δικαιωθείσεται ενώπιων σου πας ζων>>. Ησαίου 59-3 <<αι γαρ χείρες υμών μεμολυσμέναι αίματι και οι δάκτυλοι υμών εν αμαρτίας τα δε χείλη ημών ελάλησαν ανομίαν και η γλώσσα υμών αδικίαν μελετά>>. Η αναγκαιότητα του βαπτίσματος την οποίαν τονίζει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μαρτυρεί ακριβώς το καθολικόν του φαινομένου της προπατορικής αμαρτίας <<εάν μητις γεννηθεί εξ ύδατος και πνεύματος, ου δύναται εισέλθουν εις την βασιλείαν του Θεού.


Το γεγεννημένον εκ της σαρκός σαρξ εστίν και το γεγεννημένον εκ του πνεύματος πνεύμα εστίν>> (Ιωάνν. 3-5-6). Την καθολικότητα του φαινομένου της αμαρτωλότητας των ανθρώπων δεν μαρτυρεί μόνον η Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή Διαθήκη. Ο ποιητής της αρχαιότητος Σοφοκλής εις την Αντιγόνην ρητώς μαρτυρεί <<ανθρώποισι γαρ τοις πάση κοινόν εστί του ξαμαρτάνειν>>. Πάντες δε οι λαοί ζώντες ανέκαθεν εν τω συναισθήματι της αμαρτωλότητος και ενοχής ζητούσαν δια διαφόρων μέσων να καθάρουν εαυτούς εκ της αμαρτίας και να ενωθούν μετά του Θεού και συνεχίζεται έως σήμερον. Οι μεν Ιουδαίοι δια των καθαρμών του Μωσαϊκού Νόμου, οι δε Εθνικοί δια των διαφόρων μυστηριακών τελετών και ιεροτελεστιών.


6


Ορθή δε φαίνεται η γνώμη κατά την οποίαν η αμαρτία των πρωτόπλαστων και η ενοχή η εκ της καταστάσεως της αμαρτίας προερχόμενη αρχαιόθεν διασωθείσα υπό των προγόνων κατεγράφη εις τας βίβλους των διαφόρων λαών και διεσώθη λαβούσα τον προσιδιάζοντα εις έκαστον των λαών μονοθεϊστικόν ή πολυθεϊστικόν χαρακτήρα. Εκ του Μωυσέως καταγραφόντος ταύτην υπό την έμπνευσιν και την καθοδήγησιν του Αγίου Πνεύματος καθαρά δε διεφυλάχθη από παντός ρύπου και ειδωλολατρικής πρόθεσης. Ναι μεν η Παλαιά Διαθήκη δια του Μωυσέως διετύπωσε ορθώς και αλαθήτως την μετάδοσιν του Προπατορικού αμαρτήματος εις πάντας τους ανθρώπους.


Ο Απόστολος Παύλος διατύπωσε κατά τον άριστον δυνατόν τρόπον την διδασκαλίαν ταύτην την περί του παγκοσμίου χαρακτήρος της προπατορικής αμαρτίας <<Ώσπερ δι’ ενός ανθρώπου>> λέγει ο θεόπνευστος Απόστολος <<η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και δια της αμαρτίας ο θάνατος και ούτος εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν εφ’ ώ πάντες ήμαρτον>> (Ρωμ 5-12). Ο Αδάμ είναι κατά το χωρίο τούτο του Παύλου ο αίτιος τόσον της αμαρτίας όσον και του θανάτου πάντων ανθρώπων. Εννοείται ότι παρουσιάζει μίαν δυσκολίαν η ερμηνεία εν τω χωρίω τούτο της φράσεως <<εφ’ ώ πάντες ήμαρτον>>. Ορθώς ερμηνευόμενη σημαίνει επειδή η καθ’ όσον όλοι οι άνθρωποι ήμαρτησαν.


Ο αυτός Απόστολος εις έτερον χωρίον αντιδιαστέλει τον Κύριον Ιησού Χριστό προς τον γενάρχην της ανθρωπότητος. Αδάμ λέγων ότι <<ώσπερ γαρ δια της παρακοής του ενός ανθρώπου αμαρτωλοί κατεστάθησαν οι πολλοί ούτω και δια της υπακοής του ενός δικαίου καταστάθησον οι πολλοί>> (Ρωμ. 5-19). Εκ τω δύο τούτων χωρίων συμπεραίνεται ότι εάν η ανθρωπότις ολόκληρος εν τω πρόσωπο του Αδάμ ημάρτησε και καταδικάσθη, ούτω δύναται και εν τω πρόσωπο του Ιησού Χριστού του νέου Αδάμ να έβρει την λύτρωσιν και την σωτηρίαν και να επανακτήσει το αρχαίον κάλλος και την απολεσθείσαν μακαριότητα. Είδαμε προηγουμένως ότι το προπατορικόν αμάρτημα προήλθεν εκ κακής χρήσεως του αυτεξουσίου του ανθρώπου.


Πάσα δε άλλη αιτία προελεύσεως του αμαρτήματος τούτου θεωρείται απορριπτέα. Εκ του πανάγαθού Θεού δεν δύναται να έχει προέλθει διότι τούτο θα αντέβαινεν εις τους νόμους της λογικής. Διδασκούσης ότι εξ’ απείρου αγαθότητος μόνον αγαθόν δυνάμεθα να ισχυρισθώμεν ότι εκ του υλικού κόσμου προέκυψεν το κακόν. Η προπατορική όμως αμαρτία δεν δύναται να έχει την προέλευσιν της ούτε εις το ανθρώπινον σώμα, διότι το σώμα και αι επιθυμίαι αυτού δεν συνέβαλον εις την επιτέλεσιν της αμαρτίας ούσης καθαρώς πνευματικής φύσεως ως ήδη έχουμε πει.


7


Κατόπιν τούτων δεν απομένει παρά η εκδοχή και πεποίθησις περί του γεγονότος ότι η αιτία της αμαρτίας των πρωτόπλαστων και πηγή της κακοδαιμονίας των ανθρώπων είναι η κακή χρήσις του αυτεξούσιου και η άκρα εγωιστική επιθυμία των ανθρώπων να παύσουν να εξαρτώνται εκ του Θεού αντιτασσόμενοι εις το θέλημα Αυτού και εις τον νόμον Του. Η επιτελεσθήσα αμαρτία των πρωτόπλαστων αποτελεί αδίκημα και ύβρη και επανάστασιν κατά του θελήματος του Θεού και προσβολήν της Θείας Αυτού εξουσίας και μεγαλειότητος. Πάσα αμαρτία υπό αγγέλων η από ανθρώπων διαπραττόμενη πηγήν και ρίζαν αυτής έχει τον εγωισμόν και την φιλαυτίαν.


Η αλαζονεία ακριβώς αυτή των ανθρώπων και ο εγωισμός των επέφερε την πτώσιν αυτών εκ της Θείας μακαριότητος προκαλέσασα την απώλειαν των δώρων της αρχέγονου δικαιοσύνης και την αχρείωσιν και άμβλησιν της εν ανθρώπω θείας εικόνος. Η προπατορική αμαρτία είναι αφενός μεν προσωπικόν αμάρτημα των πρωτόπλαστων και αφετέρου κατάστασις αμαρτίας ήτι αποτελεί την πηγήν και ρίζαν πάσης διαπραττόμενης αμαρτίας.


Το προπατορικόν αμάρτημα λειτουργεί ευνοϊκά στην απόκρισιν του ανθρώπου εκ του Θεού και στέρησιν της θείας χάριτος. Θετικώς δε ενεργεί και προς τον σκοτισμόν της διάνοιας ενώ πρότερον εφέρετο προς τον Θεόν το αγαθόν και την αλήθειαν, Τώρα στρέφεται πλέον προς την φύσιν και τα κτίσματα, η δε βούλησις του ανθρώπου ρέπει προς το κακόν. Ενώ προσέτι παρεισέρχεται ο μόνιμος πλέον της ανθρώπινης φύσεως συνοδός δε η σαρκική επιθυμία. Δύο συνεπώς είναι οι θεμελιώδης συνέπιες της αμαρτίας, η έκπτωσις εκ της αρχέγονου δικαιοσύνης και την άμβλησιν του κατ’ εικόνα. Η μεγαλυτέρα όμως των ποινών και η σπουδαιοτέρα συνέπεια της προπατορικής αμαρτίας είναι ο θάνατος.


8


Ο θάνατος ως τιμωρία αποτελεί την αρνητικήν όψιν του δώρου της αρχέγονου δικαιοσύνης του δυνατού του μη αποθάνειν. Πρέπει να συνδέσωμεν αρρήκτως τον θάνατο με τα πάθη του ανθρώπινου σώματος αποτέλεσμα του οποίου και κατάληξις είναι ο θάνατος. Η σύνδεσις αυτή του παθητού του ανθρώπινου σώματος μετά του θανάτου του ανθρώπου αποτελεί συνέχεια της συνδέσεως των δώρων της αρχέγονου δικαιοσύνης της απάθειας του σώματος και του δυνατού του μη αποθάνειν.


Εφόσον χρόνον το ανθρώπινον σώμα ήτο απηλαγμένον ατελειών και παθών και πόνων και θλίψεων, δεν ηδύνατο να σημαίνει ποτέ η ώρα του θανάτου. Όταν όμως η μακαρία κατάστασις αυτή του ανθρώπου διεστράφη δια της αμαρτίας επελθούσης της ατελούς ταύτης καταστάσεως του ανθρώπινου σώματος τότε παρουσιάσθη η αναγκαία συνέπεια της φθοράς ο θάνατος. Ομιλούντες όμως περί θανάτου ως ποινής συνέπεια της προπατορικής αμαρτίας εννοούμεν τον υλικόν, τον πνευματικόν και τον αιώνιον θάνατον, την ανάλυση του οποίου θα παρουσιάσουμε στην συνέχεια.


Δόξα εν ω τελούνται τα πάντα. Δόξα Θεώ τω δεσπόζοντι πάντων.


Συνέχεια στο επόμενο.

 
 
 

Σχόλια


bottom of page