ΚΕΙΜΕΝΟΝ 14 - ΠΕΡΙ ΘΕΙΩΝ ΔΟΓΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
- vlaxosalexandros20

- 13 Απρ 2022
- διαβάστηκε 12 λεπτά

1
Σωτήρ μου Ιησού ο των Ασώτων σώσας, Σωτήρ μου Ιησού ο δεξάμενος πόρνη καμένην ελέησον Ιησού πολυέλεε σώσον οίκτειρον, ω Ιησού ευεργέτα ώσπερ ώκτειρας τον μονάσιν Ιησού μου ως μόνος φιλάνθρωπος.
Της ουσίας του Θεού ούσης απείρου και τέλειας και μηδεμιάς ανάγκης εν τω Θεώ υπαρχούσης αποδεχόμεθα ότι η δημιουργία του ανθρώπου δεν δύναται να αποτελεί προϊόν ανάγκης εξωτερικής ή εσωτερικής παρά τω Θεώ, αλλά είναι ελεύθερο δημιούργημα της θείας βουλήσεως, αγαθότητος και πανσοφίας. Την διδασκαλία ταύτην της Ορθοδόξου Εκκλησίας περί δημιουργίας και καταγωγής του ανθρώπου αρνείται ο υλισμός. Υποστηρίζων αφενός μεν ότι ο Θεός δεν υπάρχει και συνεπώς δεν δύναται ανύπαρκτος ουσία να έχει δημιουργήσει τον άνθρωπον, αφετέρου δε ότι ο άνθρωπος αποτελείται μόνον εξ ύλης πάντα δε τα πνευματικά φαινόμενα ανάγονται εις την κίνηση και λειτουργία των υλικών μορίων του εγκεφάλου.
Η αναίρεση της πλάνης περί ανυπαρξίας του Θεού δεν δύναται να γίνει εδώ αλλά εις το κεφάλαιο περί απολογιτικής. Απάντηση δε εις την αντιχριστιανική διδασκαλία περί κινήσεως υλικών μορίων και υλικής λειτουργίας του εγκεφάλου αποτελεί η αδυναμία των υλιστών να εξηγήσουν το φαινόμενο της ανταλλαγής της ύλης μη δυνάμενης να μεταβάλλει την αυτοσυνειδησία του ανθρώπου ως επίσης και το ανεπαρκές της αποδοχής των νοητικών θρησκευτικών και ηθικών φαινομένων ως εκ της κινήσεως των υλικών μορίων προερχόμενων.
Προς την χριστιανική περί δημιουργίας διδασκαλία αντιτίθεται επίσης και η θεωρία των υλιστών ότι μόνο το πνεύμα υπάρχει ομοίωμα και υποκατάστατο του οποίου είναι ύλην δεσμωτήριο του πνεύματος. Ως γνωστόν εισηγητής της θεωρίας ταύτης θεωρείται ο Πλάτων ώστις εχαρακτήρισε την ύλην ως μη ον και ως τόπον τιμωρίας και καθάρσεως των αμαρτήσασων εν τω αϊδίω και πνευματικώ κόσμώ ψυχών. Η θεωρία αυτή δεν δύναται να γίνει αποδεκτή παρ’ της Ορθοδόξου Εκκλησίας δοθέντος ότι πουθενά εν τη Αγία Γραφή δεν αναφέρεται η δοξασία περί αμαρτίας των ψυχών προ της ελεύσεως των εν τω παρόντι κόσμω. Η δε θεωρία περί υπάρξεως των ψυχών απερρίφθη υπό της Χριστιανικής εκκλησίας.
2
Ο υλικός κόσμος με την απειρομεγέθη αυτού ποικιλίαν των όντων δημιουργηθείς υπό του Θεού εχαρακτηρίστει υπό της Αγίας Γραφής ως <<Καλός λίαν>> (Το ότι εν ενεργεία Μητροπολίτης υποστηρίζει ότι ο Θεός δεν τα έφτιαξε καλά και ότι η επιστήμη θα τα διορθώσει είναι ο άλλο θέμα). Εκ τούτου συμπεραίνεται αφενός μεν η πραγματική ύπαρξις του υλικού σύμπαντος εις ω περιλαμβάνονται και τα ζώντα όντα γεγονός όπερ αρνείται ο υλισμός, αφετέρου δε ότι τα όντα δημιουργηθέντα υπό του Θεού ως <<λίαν καλά>> δεν δύναται να αποτελούν το μη ον. Μετά ταύτα η θεωρία του υλισμού ως αντιτιθέμενη προς την διδασκαλία της Χριστιανικής Εκκλησίας απερρίφθη.
Έτερα θεωρία επίσης αντίθετος του χριστιανισμού είναι η θεωρία της εξελίξεως του Δαρβίνου κατά την οποία ο άνθρωπος αποτελών το κορύφωμα πάντων των ζώντων όντων βρίσκεται στην κορυφή της ζωικής πυραμίδος προελθών από του ατελέστερου των όντων κατόπιν μίας μακροχρόνιου κατά στάδια και προοδευτικώς βαίνουσα εξέλιξιν και κατά συνέπεια κατά την θεωρίαν ταύτην απορρίπτεται η άμεσος από τον θεόν καταγωγή του ανθρώπου.
Η Δαρβίνιος θεωρία επικράτησε κατά τον 19ο αιώνα επί σειρά ετών. Σήμερα όμως κατόπιν ποικιλοτρόπως κατ’ αυτής εκτοξευθήσεις πολεμικής των επιστημών θεωρείται πεπαλαιωμένη και χρεοκοπημένη, ανεπαρκής δε η υπ’αυτής προσαγόμενη ερμηνεία περί εξελίξεως του ζωικού κόσμου. Καίριο κατ’ αυτής χτύπημα κατέφερε η παλαιοντολογία μη δυνηθείσα να άνευρη παρά τας απεγνωσμένας αυτής προσπάθειας τον μεσάζοντα μεταξύ ανθρώπων και πιθήκων κρίκον.
Έτερον χτύπημα κατήνεγκεν κατ’ αυτής η Εμβρυολογία ήτις εν αντιθέσει προς τας πεπλανημένας δοξασίας τόσον του Δαρβίνου, όσον και του Χάικελ και των ομοϊδεατών αυτών περί ομοιότητας μεταξύ των εμβρύων του ανθρώπου και των άλλων ζώων κατά την πρώτην περίοδο αναπτύξεως του εμβρύου, απέδειξεν ότι τούτο ουδόλως ευσταθεί του ανθρώπινου εμβρύου ήδη από της ενάρξεως της κυοφορίας απιρτησμένου και διαφοροποιημένου. Κατά συνέπεια η θεωρία ότι η φιλογονία αποτελεί βραχείαν της αντιγονίας επανάληψη απεδέχθη επιστημονικώς ως εσφαλμένη. Κατά της Δαρβίνειου όμως θεωρίας εκτός των ανώτερων επιχειρημάτων, των επί της εμπειρίας και του πειράματος ερειδομένων προσάγεται επιπλέον το ακαταμάχητο επιχείρημα της αβυσώδους διαφοράς μεταξύ ανθρώπου και πιθήκου ως και παντός έτερου ζώου.
3
Κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα τα οποία είναι η γλώσσα, η νόησις, η ελευθέρα βούλησις, άτινα μόνο εις τον άνθρωπον απαντώνται. Αναπάντητον επίσης θα παραμείνει δια τους οπαδούς αυτής της θεωρίας το ερώτημα διατί και σήμερον δεν παρατηρείται το φαινόμενο της μεταλλαγής των ειδών. Κατά συνέπεια και η θεωρία αυτή ως αντιεπιστημονική, ανεπαρκείς και αντιχριστιανική απορρίπτεται. Εν αντιθέσει προς ταις πεπλανημένες θεωρίες, η Αγία Γραφή και η Ιερά Παράδοση διδάσκουν την προέλευσή του ανθρώπινου γένους απευθείας από τον θεόν. Διά ιδιαιτέρας και μοναδικής δημιουργικής ενέργειας, έφερεν εκ της ανυπαρξίας εις την ύπαρξιν το γένος των ανθρώπων.
Εν τη Παλαιά Διαθήκη γίνεται κατά πρώτον μνεία περί της δημιουργίας του ανθρώπου εις την Γένεσιν (1, 26-28). <<Και είπεν ο Θεός ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν και αρχέτωσαν των ιχθύων της θαλάσσης και των πετεινών του ουρανού και των κτηνών και πάσης της γης και πάντων των ερπετών των ερπόντων επί της γης. Και εποίησεν ο Θεός τον ανθρώπον κατ’ εικόνα Θεού. Εποίησεν αυτόν αρσέν και θήλυ. Εποίησεν αυτούς και ευλόγησον αυτούς ο Θεός λέγων αυξάνεστε και πληθύνεστε και πληρώσατε την γην και κατακυριεύσατε αυτής και άρχετε των ιχθύων της θαλάσσης και των πετεινών του ουρανού καί πάντων τών κτήνων και πάσης της γης και πάντων των ερπετών των ερπόντων επί της γης>>.
Το χωρίον Γένεσις (2-7-21) <<Και έπλασεν ο Θεός τον άνθρωπον χουν από της γης και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν και επέβαλε ο Θεός έκστασιν επί τον Αδάμ και ύπνωσε και έλαβε μία των πλευρών αυτού και ανεπλήρωσε σάρκα αντ’ αυτής και οικοδόμησεν ο Θεός την πλευράν ην έλαβε από του Αδάμ εις γυναίκα και ήγαγεν αυτήν προς τον Αδάμ και είπεν Αδάμ τούτο νυν όστουν εκ των όστεων μου και σαρξ εκ της σαρκός μου. Αυτή κληθήσεται γυνή ότι εκ του ανδρός αυτής ελήφθη αυτή>>.
Η ανωτέρω διδασκαλία περί της δημιουργίας υπό του Θεού του ανθρώπινου γένους επιμαρτυρείται επίσης και εις άλλα χωριά της Αγίας Γραφής. Σοφία Σολομώντος 2,23 <<’Οτι ο Θεός έκτισε τον ανθρώπον επ’ αφθαρσία και εικόνα της ίδιας ιδιότητας εποίησεν Αυτόν>>. Σοφία Σειράχ 17,1 <<Κύριος έκτισεν εκ γης άνθρωπον και πάλιν απέστρεψεν αυτόν εις αυτήν>>. Ιώβ 10-9 <<Μνήσθιτι ότι πηλόν με έπλασες εις δε γην με πάλιν αποστρέφεις>>.
4
Εν τη Καινή Διαθήκη το δόγμα της δημιουργίας του ανθρώπου υπό του Θεού διδάσκεται εις πλήστα χωριά. Ματθαίου 19-4-5 <<Ο δε αποκριθείς είπειν ουκ ανέγνωτε ότι ο κτίσας απ’ αρχής άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς και είπεν ένεκεν τούτου καταλείψει άνθρωπος τον πατέρα και τη μητέρα και κολληθήσεται την γυναίκα αυτού και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν>>. Κολοσ. 3-10 <<Και ενδυσάμενοι τον νέον τον ανακαινούμενον εις επίγνωσιν κατ’ εικόνα του κτίσματος αυτόν>>. Ο Γρηγόριος ο Νύσσης ομίλων περί της κατ’ εικόνα και καθομοίωση δημιουργίας του ανθρώπου παρατηρεί ότι <<το μεν κατ’ εικόνα τη κτίσει έχομεν και εν τη πρώτη κατασκευή συνυπάρχει ημίν>>, το δε κατ’ ομοίωσιν <<εκ προαιρέσεως κατορθούμεν>>.
Ο Μέγας Βασίλειος επί του αυτού θέματος λέγει ότι ο θεός εδημιούργησεν τον ανθρώπον <<δεικνύς ότι και προαίρεσιν ημίν αυτεξούσιαν εμβάλει την δυνάμενη ποιήσαι ημάς ομοιοθήναι Θεώ>>. Ο Μέγας Βασίλειος γράφει <<Το μεν κατ’ εικόνα Θεού αρχήν εστί και ρίζα του αγαθού ην ευθύς εν τω κτίζεσθαι συγκαταβεβλημένη την φύσιν ο άνθρωπος, το δε καθ’ ομοίωσιν Θεού>>. Η Ορθόδοξος Εκκλησία κατά ταύτα διδάσκει ότι το ανθρώπινον γένος επλάσθει υπό του Θεού δι’ ιδιαιτέρας ενεργείας και ουχί σταδιακός ως ανθρωπομορφικώς.
Η Παλαιά Διαθήκη τούτο εκφράζει, αποκλείει πάσαν απόπειρα ερμηνείας της προελεύσεως του ανθρώπινου γένους δια βαθμιαίας εξελίξεως. Επίσης ανεξαρτήτως των πολλών ερμηνειών περί υπάρξεως του ανθρώπου, η Ορθόδοξος Εκκλησία εμμένει σταθερά και αμετακίνητα εις τα διδάγματα της Αγίας Γραφής και της Ιεράς Παραδόσεως. Δεν μπορεί να αποδεχθεί την φυσιολογική καταγωγή του ανθρώπινου γένους προερχόμενη εκ του ζωικού Βασιλείου.
Δέχεται δε την άμεσον και απευθείας παρά του Θεού δημιουργία του ανθρώπινου σώματος και του πνεύματος του. Ο άνθρωπος αποτελείται εκ δύο στοιχείων, του υλικού και του πνευματικού. Το πνευματικόν και άυλον τούτο στοιχείον καλείται εν τη Αγία Γραφή αδιάκριτως ψυχή ή πνεύμα. Το διφυές του ανθρώπου καταδεικνύει εμφανώς η Αγία Γραφή εις τα προμνημονευθέντα χώρια. Παρουσιάζεται ο Θεός Πλάτων κατ’ αρχάς το ανθρώπινο σώμα εκ χώματος. Ακολούθως δε εμφυσών εις το πρόσωπό του μέχρι τότε νεκρού ανθρώπου, την πνοήν της ζωής, ήτοι την ψυχή ή το πνεύμα δι’ ου και ο άνθρωπος εγένετο εις ψυχήν ζώσαν.
Ως ήδη προελέχθη, ο τρόπος αυτός της δημιουργίας του ανθρώπου είναι ανθρωπομορφικός και εικονικός, μη ανταποκρινόμενος της τας Θείας Ιδιότητας. Δια των εκφράσεων τούτων η Αγία Γραφή ηθέλησε να παραστήσει αφενός μεν το δισύνθετον του ανθρώπου όστις κατά μεν το σώμα μετέχει της ύλης, κατά δε την ψυχή του άυλου και πνευματικού κόσμου, αφετέρου δε τον στενόν και ουσιώδη συνδέσμον μεταξύ σώματος και πνεύματος, μη δυνάμενου του πνευματικού στοιχείου να παραβληθεί προς τον κάτοικον μιας οικίας. Αλλ’ αποτελεί την διαμορφούσαν το σώμα αρχή και συνδέεται αναπόσπαστος μετ’ αυτού.
Το άυλον και ασώματον εν τω άνθρωπω στοιχείον, η ψυχή ή το πνεύμα εν αντιθέσει προς το σώμα όπερ σύγκειται εκ πολλών μερών και τμημάτων εξ υλικών μορίων. Είναι απλή, αδιαίρετος, άυλος και αθάνατος ουσία. Αυτή εν τη Αγία Γραφή άλλοτε μεν χαρακτηρίζεται και ονομάζεται πνεύμα, άλλοτε ψυχή. Τούτο οδήγησε μερικούς να θεωρήσουν τον άνθρωπον ως τρισύνθετον, αποτελούμενον εκ σώματος, ψυχής και πνεύματος. Η θεωρία αυτή της τριχοτομίας εδιδάχθει εις την προχριστιανική εποχή εκ της φιλοσοφίας και υπό του Πλάτωνος. Εξ αυτού δε εισήχθη εις την εκκλησιαστικήν χρήσιν υπό του Απολλιναρίου.
5
Τούτον δε ηκολούθησαν και μερικοί διαμαρτυρόμενοι θεολόγοι. Θεολογικώς η τριχοτομία εβρίσκει χωριά εις την Αγία Γραφή που ερμηνεύουν κατά το δοκούν και επί τη βάσει των οποίων άγεται εις την αποδοχή τριών συστατικών εν τω άνθρωπω. Τοιαύτα χωριά είναι τα Α’ Θες. 5-23 <<αυτός δε ο Θεός της ειρήνης αγίασας ημάς ολοτελής και ολόκληρον ημών το πνεύμα και ψυχή και το σώμα αμέμπτως εν τη παρουσία του Κυρίου Θεού ημών Ιησού Χριστού τηρηθείη>>. Εβραίους 4.12 <<ζων γαρ ο λόγος του και ενεργής και τομώτερος υπέρ πάσαν μαχαίραν δίστομον άχρι μερισμού ψυχής και Πνεύματος αρμών τε και μυελών>>.
Εις την Αγίαν Γραφήν γίνεται επίσης διάκρισις μεταξύ ψυχικού και πνευματικού ανθρώπου ως εις τα χωριά Α’ Κορίνθ. 2.14-15 <<Ψυχικός δε άνθρωπος ου δέχεται τα του πνεύματος του Θεού μωρία γαρ αυτώ εστίν και ου δύναται γνώναι ότι πνευματικώς ανακρίνεται, ο δε πνευματικός ανακρίνει μεν πάντα αυτός δε επ’ ουδενός ανακρίνεται>>. Ιούδα ΣΤ’ 19 <<Ούτοι είσιν οι αποδιορίζοντες ψυχική πνεύμα μη έχοντες>>.
Εάν τα χωριά ταύτα τύχουν περισσότερης προσοχής και ερμηνείας σύμφωνα με τους Άγιους πατέρες διαπιστώνεται ότι ταύτα δεν διδάσκουν το τρισύνθετον αλλά το δισύνθετον του ανθρώπου του πνευματικού στοιχείου, άλλοτε χαρακτηριζόμενου ως ψυχής και άλλοτε ως πνεύματος. Υπό τον όρον ψυχή νοούνται αι κατώτεραι λειτουργίαι της αύλου πνευματικής ουσίας υπό τον όρον δε πνεύμα αι ανώτεραι τοιαύται. Εκεί δε όπου γίνεται λόγος περί πνευματικού και ψυχικού ανθρώπου νοείται υπό μεν το επίθετο ψυχικός, προσηλωμένος εις τα γήινα και κατώτερον πνευματικόν και ηθικόν βίον διάγω ο άνθρωπος. Υπό δε τον όρον πνευματικός νοείται ο εκ των γήινων και σαρκικών απαγκιστρωθής και τον του πνεύματος βίον διάγων και υπό τούτου καταγαζόμενος άνθρωπος.
Η φαινομενική κατά ταύτα διάφορα και αντιδιαστολή μεταξύ πνεύματος και ψυχής εις ευάριθμα χωριά της Γράφεις παρατηρούμενη δεν διδάσκει το τρισύνθετον του ανθρώπου, αλλά εν ηθική έννοια εκλαμβανόμενη διακρίνει μεταξύ των ανωτέρων και κατώτερων λειτουργιών του πνευματικού στοιχείου αφενός και αφετέρου διακρίνει τον πνευματικόν βίον βιούντα από του εις τα υλικά και σαρκικά προσκολλημένου. Εν αντιθέσει προς τα χωριά ταύτα πανταχού της Αγίας Γραφής διδάσκεται το διφυές του ανθρώπου ως εις τα χωριά <<και μη φοβήσθε από των αποκτενόντων το σώμα την δε ψυχή μη δυναμένον αποκτείναι.
Φοβίσθε μάλλον τον δυνάμενον και ψυχή και σώμα απόλεσαι εν γεέννη>> (Ματθαίος 10-28). Ωσαύτως το χωρίον Ματθαίου 26-41 <<το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής>>. Το χωρίον Α’ Κορίνθ. 5-3 <<Εγώ μεν γαρ απαντώ σώματι παρών δε το πνεύματι ήδη και κέκρικα ως παρόν τον ούτως τούτο κατά καταργασάμενον… παραδούναι τον τοιούτον τον σατανά εις όλεθρον της σαρκός ίνα το πνεύμα σωθεί εν τη ημέρα του Κυρίου>> Ιωάννου 19-30 <<Και κλίνας την κεφαλήν παρέδωκε το πνεύμα>>. Ιδιαιτέρας σημασίας και βαρύτητος είναι το χωρίον Λουκά 1.46 <<Με γαλήνει η ψυχή μου τον Κύριον και ηγαλίασεν το πνεύμα μου επί τω Θεώ το Σωτήρ μου>>.
6
Εκ πάντων τούτων των χωριών και άλλων πολλών συνάγεται το συμπέρασμα αναντιλέκτως ότι ο άνθρωπος σύγκειται ουχί εκ τριών αλλ’ εκ δύο στοιχείων εκ του υλικού σώματος και της πνευματικής ψυχής. Ο δε τριχοτομικόν τοιούτον σώμα και πνεύμα ανάγεται κατ’ ανάγκην εις τον διχοτομικόν τοιούτον σώμα ψυχή ή σώμα και πνεύμα των οποίων επικαλείται η Αγία Γραφή και η Ιερά Παράδοση ομοφώνως διδάσκων.
Πρώτοι αποδεκτές τον τριχοτομικόν τύπον υπήρξεν ο Ιουδαίος φιλόσοφος Φίλων, οι Γνωστικοί, οι Αιρετικοί, οι Μανιχαίοι, ο Απολινάριος, Δίδυμος ο Τυφλός, οι Άραβες φιλόσοφοι του Μεσαίωνος. Και κατά τους νεότερους χρόνους μερικοί εκ των διαμαρτυρόμενων εις την Ορθόδοξον Εκκλησία το τριχοτομικόν τύπον εδέχθη ο Απόστολος Μακράκης με την διαφορά ότι ως τρίτον συστατικό του ανθρώπου εδέχθη το Άγιο Πνεύμα, εδέχετο τον τριχοτομικόν τύπον, σώμα, ψυχή και Άγιο Πνεύμα. Υπό του Μακράκη ως τρίτον συστατικόν δεν εθεωρείτο ούτε το πνεύμα το ανθρώπινο, ούτε το Άγιο Πνεύμα αλλά κάτι μεταξύ των δύο.
Ένας εκ των εγκυρότερων εκκλησιαστικών συγγραφέων του προηγούμενου αιώνα, Βασίλειος Στεφανίδης στο έργο του Εκκλησιαστική Ιστορία έκδοση 1948 σελ. 663 γράφει <<η άποψη κατά την οποία το Άγιο Πνεύμα αποτελεί το τρίτο συστατικόν του ανθρώπου είναι πλήρως εσφαλμένη δοθέντος ότι πολλοί των ανθρώπων μακράν του Θεού εβρισκόμενοι δεν έχουν εν εαυτοίς το Άγιον Πνεύμα, δεν παύουν όμως εν τούτω να είναι άνθρωποι. Εάν αποδεχθώμεν το Άγιο Πνεύμα ως τρίτον συστατικόν του ανθρώπου, τότε δια τους δια των πράξεων αυτών αποδιόκοντας το Άγιον Πνεύμα, η ανθρώπινη ύπαρξη είναι αντιλεγόμενον και αμφισβητούμενον. Κατά έτεραν εκδοχή η ανθρώπινη ψυχή είναι κατά τον Απόστολο Μακράκη θνητή, καθιστάμενη αθάνατος τη επενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Ταύτα πάντα απορρίπτονται ως ημαρτυμένα και κακόδοξα.
Η επίσημος δε Ελληνική Εκκλησία δια της εν έτη 1878 εκδοθείσης εγκυκλίου αυτής συνέστησε εις τους Χριστιανούς να αποφεύγουν τας κακοδοξίας στου Μακράκη. Το δισύνθετον του ανθρώπου εκτός της Αγίας Γραφής διδάσκει ομοφώνως και Ιερά της Εκκλησίας Παράδοσις περί του δισυνθέτου του ανθρώπου. Ο Κύριλλος ο Ιεροσολύμων διδάσκει <<Σε Αυτόν γνώθι λοιπόν ως της εις ότι διπλούς άνθρωπος καθέστηκας εκ ψυχής και σώματος συγκείμενος>>. Ο Μέγας Βασίλειος χαρακτηρίζει τον ανθρώπον <<σύνθετον ψυχής και σώματος>>.
7
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος το διφυές της ανθρώπινης φύσεως σαφώς διδάσκων λέγει <<εκ δύο συγκείμενων ουσιών της μεν αισθητής της δε νοητής και εν ουρανώ και εν γη συγγένειαν έχων. Και δια μεν της νοητής και εν ουρανώ και εν γη συγγένειαν έχουν. Και δια μεν της νοητής ουσίας κοινωνεί τοις άνω δυνάμεσει δια δε της αισθητής τοις επί γης σύνηπται πράγμασι σύνδεσμος της ων ακριβής εκάτερας της κτίσεως>>. Ο δε Ιερός Δαμασκηνός γράφει ότι ο Θεός <<εξ ορατής τε και αοράτου φύσεως δημιουργεί τον ανθρώπον εκ γης μεν το σώμα διαπλάσας ψυχή δε λογική και νοερά δια του οικείου εμφυσήματος δι’ ούτω>>.
Την αυτήν διδασκαλία περί του δισυνθέτου του ανθρώπου εδογμάτισε και η τέταρτη Οικουμενική Σύνοδος, η δε Ορθόδοξος Εκκλησία εις την ακολουθία των κεκοιμημένων διδάσκει <<γήθεν μου το σώμα διαπλάσας δέδωκας δεν μου ψυχήν τη θεία σου και ζωοποιώ έμπνευση>>. Εις την αυτήν ακολουθίαν ήτις κατά μέγα μέρος είναι ποίημα Ιωάννου του Δαμασκηνού ο Ιερεύς ικετεύει τον θεόν λέγων <<το μεν σώμα αυτού εις τα εξ ων συνετέθη διάλυσον, την δεν ψυχήν αυτού εν σκηναίς αγίων κατάταξον>>.
Κατόπιν τούτων ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι ο άνθρωπος τόσο κατά την διδασκαλία της Αγίας Γραφής, όσο και της Ιεράς Παραδόσεως είναι διφυής αποτελούμενος εξ σώματος και πνευματικής ψυχής. Έχει λεχθεί ήδη ότι εν τω ανθρώπω ενοικούσα ψυχή δεν δύναται να εξομοιωθεί προς τον κάτοικον μιας οικίας εντός της οποίας διαμένει, αλλ’ αυτή συνδέεται αναποσπάστως μετά του σώματος ούσα η μορφωποιός αυτού αιτία και ουσία. Και ενώ ο οργανισμός του σώματος σύγκειται εξ ατόμων και υλικών μορίων και στοιχείων, η άυλος και πνευματική ψυχή είναι απλή και αδιαίρετος.
Εκφαίνεται αφενός μεν εκ του ότι πάσα πνευματική ουσία δεν δύναται να αποτελείται εξ ομοιογενών ή ανομοιογενών τμημάτων ως συμβαίνει με την ύλην και αφετέρου εκ της ενότητας της αυτοσυνειδήσεως του ανθρώπου ως και εκ των νοητικών και γενικότερων των πνευματικών λειτουργιών. Παρά την διαφορά φύσεως μεταξύ της πνευματικής και υλικής ουσίας εν τω άνθρωπω υπάρχει στενότατη σχέσις μεταξύ αυτών εις τρόπον ώστε να μη δύναται να γίνει λόγος περί ενός στοιχείου άνευ της προϋποθέσεως του ετέρου.
8
Προελθόντα αμφότερα τα στοιχεία ταύτα εκ του αυτού δημιουργού συνδέονται και συνάπτονται τόσον στενώς και αρρήκτως ώστε πάσα ενέργεια του ενός να εξαρτάται και εκ του άλλου. Το δίδαγμα τούτο της αμοιβαίας αλληλεπιδράσεως σώματος και ψυχής έχει ήδη προ πολλού και η ιατρική επιστήμη αποδεχθεί, εξετάζει δε αυτή πλέον και ερευνά τον ασθενούντα ανθρώπον όχι μόνον ως εν σωματικόν οργανισμόν κατ’ ουδέν διαφέροντα άλλων ζώων, αλλά ως εν ψυχοσωματικόν σύνολον.
Κατά την δογματική, πασά πράξις του ανθρώπου, ακόμη και η πλέον πνευματικοτέρα ή υλικοτέρα εξαρτάται εξ αμφοτέρων των δυο συστατικών, χωρίς δυνάμενου να παραθεωρηθεί του ενός ή του εταίρου στοιχείου. Έκαστον όμως των δύο τούτων συστατικών μέριμνα και φροντίζει δια την ιδίαν αυτού πρόοδο και ανάπτυξη. Λόγω της υπάρξεως μεταξύ Πνεύματος και ύλης, αναγκαίον είναι όπως εις τον άνθρωπο εκτός του στενού συνδέσμου και αλληλεπιδράσεως να υφίσταται και αντιθέσις μεταξύ πνεύματος και σώματος. Η αντίθεση αυτή της ύλης προς το πνεύμα ή αντιστρόφως καθίσταται εμφανεστέρα όσον ο άνθρωπος ανέρχεται τας βαθμίδας της ειδικής και πνευματικής τελειώσεως.
Διά τούτο ο Απόστολος Παύλος, το Μέγα τούτο προτύπον της αρετής και της εις τον θεόν αφιερώσεως γράφει εις τους Ρωμαίους 7-19 <<ου γαρ ο θέλων ποιώ αγαθόν αλλά ου θέλων κακόν πράττω>>. Εις Γαλάτας 5-17 γράφει <<η σαξ επιδημεί κατά του πνεύματος, το δε πνεύμα κατά της σαρκός γαρ αλλήλαις αντίκειται ίνα μην εαν θέλητε ταύτα ποιείτε>>. Εννοείται βεβαίως ότι εις τον ανταγωνισμό των δύο τούτων στοιχείων άλλοτε μεν υπερισχύει το εν άλλοτε δε το έτερον. Βοηθούμενος όμως ο άνθρωπος υπό της θείας Χαρίτος και αγωνιζόμενος να υπερνικήσει το κακόν το οποίο εν πολλοίς προέρχεται εκ του σωματικού παράγοντος, δύναται άριστα να κατανικήσει και να κατισχύσει του προερχόμενου εκ του σώματος κακού, δίδων την νίκην εις τον πνευματικόν παράγοντα.
Να σημειωθεί ότι το πνευματικό στοιχείο του ανθρώπου είναι ανώτερο του υλικού διότι τούτο είναι άφθαρτων, άυλον και αθάνατο. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι ο χριστιανισμός παραγνωρίζει και παραθεωρεί την σπουδαία και σημασία του υλικού στοιχείου, το οποίο αποτελεί τη βάση και το ενδιάτιμα του πνεύματος. Ο Απόστολος Παύλος διδάσκει είδατε <<η ουκ είδατε ότι το σώμα ημών ναός του εν ημίν Αγίου Πνεύματος εστίν, ου έχετε από Θεού>> (Α’ Κορ. 6-19). Η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν υπερτιμά το σώμα ως η σαρκολατρεία, ούτε δε πάλιν υπερτιμά την αξία και σπουδαιότητα του ανθρώπινου σώματος.
Δεχόμενοι ότι το σώμα δημιούργημα του Θεού και ναός της αθανάτου ψυχής κέκτηται μέγιστης σημασίας, ουχί όμως μείζονος του πνευματικού στοιχείου. Τα περί φροντίδας δια την πρόοδον και αύξηση του σώματος και του πνεύματος ανήκουν εις την χριστιανική ηθική και ουχί εις την δογματική. Αναγκαία για τον άνθρωπον υποχρέωση είναι η μέριμνα για την αύξηση προόδου και υγείας του σώματος. Ιδιαίτερα όμως πρέπει να είναι η προσπάθεια του ανθρώπου προς καλλιέργεια και πνευματική άνοδο του εν αυτώ αύλου στοιχείου δι’ ης κατορθούται η ανάβασις του ανθρώπου προς τον θεόν και η ηθική αυτού τελείωσις και μακαριότις.
Δόξα λόγω τω αρρήτω σου δι’ ου κόσμος εμφανώς. Δόξα θείω σου κελεύσματι δι’ ου λίαν καλώς
Στο επόμενο η συνέχεια. Επόμενη ανάρτηση στις 4 Μαΐου. ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ!


Σχόλια